ἱεράρχης

ἱεράρχης, ου, ,
A president of sacred rites, high-priest, IG7.303 ([place name] Oropus), 9(1).32 ([place name] Stiris): [dialect] Boeot. [full] ἱᾰράρχᾱς Schwyzer515.4,al.:—hence [dialect] Boeot. [full] ἱᾰραρχίω, to be high-priest, ib.544.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιεράρχης — ο иерарх (епископ, митрополит, патриарх); ΦΡ. Τρεις Ιεράρχες οι – οι Άγιοι Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσοστόμος Три Иерарха – Святые Василий Великий, Григорий Богослов и Иоанн Златоуст: αύριο είναι των Τριών Ιεραρχών… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἱεράρχης — president of sacred rites masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιεράρχης — ὁ (ΑΜ ἱεράρχης, Α βοιωτ. τ. ἱεράρχας) ο επίσκοπος, ο μητροπολίτης ή ο πατριάρχης (νεοελλ. μσν.) φρ. «οἱ Τρεῑς Ἱεράρχαι» οι τρεις επιφανείς πατέρες τής Εκκλησίας και θεολόγοι τού Δ αιώνα, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο… …   Dictionary of Greek

  • ιεράρχης — ο 1. επίσκοπος, μητροπολίτης ή πατριάρχης. 2. «Τρεις Ιεράρχες», έτσι λέγονται ειδικά ο Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱεράρχαι — ἱεράρχης president of sacred rites masc nom/voc pl ἱεράρχᾱͅ , ἱεράρχης president of sacred rites masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεραρχῶν — ἱεράρχης president of sacred rites masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεράρχαις — ἱεράρχης president of sacred rites masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεράρχην — ἱεράρχης president of sacred rites masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεράρχου — ἱεράρχης president of sacred rites masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεράρχῃ — ἱεράρχης president of sacred rites masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεράρχα — ἱεράρχᾱ , ἱεράρχης president of sacred rites masc nom/voc/acc dual ἱεράρχης president of sacred rites masc voc sg ἱεράρχᾱ , ἱεράρχης president of sacred rites masc gen sg (doric aeolic) ἱεράρχης president of sacred rites masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.